καύλα
•
- η έντονη στύση, η σεξουαλική διέγερση Βικιλεξικό
- Χθές το βράδυ είχα μία τρελή καύλα. Αυνανίστηκα τρείς φορές πριν κοιμηθώ.
- το κορυφαίο σημείο της σεξουαλικής ευχαρίστησης Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικόέντονη επιθυμία για συνουσία Βικιλεξικό
- Έχει καύλες.
- λαϊκότροποέντονη, συνήθως ξαφνική, επιθυμία για κάτι Βικιλεξικό
- καύλα για βόλτα, καύλα για χορό, καύλα για τα μπουζούκια
- μεταφορικάλαχτάρα, πάθος Βικιλεξικό
- Έχει καύλα με τα αυτοκίνητα.
- μεταφορικάη προκλητική γυναικεία ή ανδρική παρουσία Βικιλεξικό
- Η γραμματέας μου είναι σκέτη καύλα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.
- γενικότεραγια οτιδήποτε ωραίο ή ενθουσιαστικό Βικιλεξικό
- Είδες το απίστευτο τέρμα που σημείωσε ο Φρατζέσκος στον αγώνα με τον Ολυμπιακό; Ήταν καύλα!
- Πολύ καύλα αυτό το φαγητό.
Ετυμολογία
καύλα < καυλ(ώνω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καύλα | καύλες |
| Γενική | καύλας | — |
| Αιτιατική | καύλα | καύλες |
| Κλητική | καύλα | καύλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →