κεκαλυμμένος
•
- λόγιοπου γίνεται με τρόπο συγκαλημμένο ή έμμεσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεκαλυμμένος < αρχαία ελληνική κεκαλυμμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου καλύπτω
Άλλοι τύποι
κεκαλυμμένακεκαλυμμένεκεκαλυμμένεςκεκαλυμμένηκεκαλυμμένηςκεκαλυμμένοκεκαλυμμένοικεκαλυμμένοςκεκαλυμμένουκεκαλυμμένουςκεκαλυμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →