κεκαμμένος
•
- αρχαιοπρεπέςπου έχει καμφθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεκαμμένος < αρχαία ελληνική κεκαμμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κάμπτω
Άλλοι τύποι
κεκαμμένακεκαμμένεκεκαμμένεςκεκαμμένηκεκαμμένηςκεκαμμένοκεκαμμένοικεκαμμένοςκεκαμμένουκεκαμμένουςκεκαμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →