κελί
•
- το μικρό δωμάτιο στη φυλακή ή στο κρατητήριο μέσα στο οποίο κρατούνται οι φυλακισμένοι Βικιλεξικό
- τον κρατούσαν σε κελί τόσο στενό που δεν μπορούσε να ξαπλώσει
- Άραγε τι περιμένει απ' το βράδυ ως το πρωί / στο στενό το παραθύρι που φωτίζει το κελί (Απόστολος Καλδάρας, Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι)
- το μικρό δωμάτιο σε μονή στο οποίο μένει ο μοναχός Βικιλεξικό
- πληροφορικήτο τμήμα μιας γραμμής ή μιας στήλης ενός πίνακα Βικιλεξικό
- το τρίτο κελί της πέμπτης γραμμής έχει ορθογραφικό λάθος
- το κοίλο μέρος σε μία κηρήθρα, στο οποίο οι μέλισσες τοποθετούν τα αβγά τους προς εκκόλαψη ή το μέλι τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κελί < μεσαιωνική ελληνική κελί / κελλίν < ελληνιστική κοινή κελλίον, υποκοριστικό του κέλλα < λατινική cella < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱelnā < *ḱel- (καλύπτω) + -nā
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κελί | κελιά |
| Γενική | κελιού | κελιών |
| Αιτιατική | κελί | κελιά |
| Κλητική | κελί | κελιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →