κελιώτης
•
- θρησκείαμοναχός που ζει σε κελί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κελιώτης < 5ος αιώνας ελληνιστική κοινή κελιώτης < κελλιώτης με ορθογραφική απλοποίηση < κελλίον, υποκοριστικό του κέλλα + -ώτης < λατινική cella
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κελιώτης | κελιώτες |
| Γενική | κελιώτη | κελιωτών |
| Αιτιατική | κελιώτη | κελιώτες |
| Κλητική | κελιώτη | κελιώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →