κελευστής
•
- στρατιωτικός βαθμόςυπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, με βαθμό αμέσως ανώτερο από τον δίοπο και αντίστοιχο με αυτόν του λοχία στον στρατό ξηράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κελευστής < κελεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κελευστής | κελευστές |
| Γενική | κελευστή | κελευστών |
| Αιτιατική | κελευστή | κελευστές |
| Κλητική | κελευστή | κελευστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →