κενολογώ
•
- λέω κενολογίες, λόγια κενά περιεχομένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κενολογώ < αρχαία ελληνική κενολογέω < κενός + λόγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κενολογώ | κενολογείς | κενολογεί | κενολογούμε | κενολογείτε | κενολογούν / κενολογούνε |
| Παρατατικός | κενολογούσα | κενολογούσες | κενολογούσε | κενολογούσαμε | κενολογούσατε | κενολογούσαν / κενολογούσανε |
| Αόριστος | κενολόγησα | κενολόγησες | κενολόγησε | κενολογήσαμε | κενολογήσατε | κενολογήσαν / κενολογήσανε / κενολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα κενολογήσω / θα κενολογώ | θα κενολογήσεις / θα κενολογείς | θα κενολογήσει / θα κενολογεί | θα κενολογήσουμε / θα κενολογούμε | θα κενολογήσετε / θα κενολογείτε | θα κενολογήσουν / θα κενολογήσουνε / θα κενολογούν / θα κενολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω κενολογήσει | έχεις κενολογήσει | έχει κενολογήσει | έχουμε κενολογήσει | έχετε κενολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κενολογήσει | είχες κενολογήσει | είχε κενολογήσει | είχαμε κενολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κενολογήσει / να κενολογήσω / να κενολογώ | να έχεις κενολογήσει / να κενολογήσεις / να κενολογείς | να έχει κενολογήσει / να κενολογήσει / να κενολογεί | να έχουμε κενολογήσει / να κενολογήσουμε / να κενολογούμε | να έχετε κενολογήσει / να κενολογήσετε / να κενολογείτε | να κενολογήσουν / να κενολογήσουνε / να κενολογούν / να κενολογούνε |
| Προστακτική | — | κενολόγει / κενολόγησε | — | — | κενολογήστε / κενολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →