κεντρομόλος
•
- μαθηματικάαυτός που έχει την τάση να κινείται από την περιφέρεια προς το κέντρο ή τον πυρήνα Βικιλεξικό
- η κεντρομόλος έλξη
- φυσικήη δύναμη που ασκείται επάνω στο κινούμενο σώμα και το διατηρεί στην κυκλική του τροχιά Βικιλεξικό
- η κεντρομόλα πίεση
- ανατομίατα νεύρα που μεταφέρουν τις πληροφορίες από τα αισθητήρια όργανα στο κεντρικό νευρικό σύστημα Βικιλεξικό
- τα κεντρομόλα νεύρα
Ετυμολογία
κεντρομόλος < κέντρο + αρχαία ελληνική μολ- (δείτε μολών) του ρήματος βλώσκω (έρχομαι) + -ος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική centripète
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεντρομόλος | κεντρομόλα / κεντρομόλος | κεντρομόλο |
| Γενική | κεντρομόλου | κεντρομόλας / κεντρομόλου | κεντρομόλου |
| Αιτιατική | κεντρομόλο | κεντρομόλα / κεντρομόλο | κεντρομόλο |
| Κλητική | κεντρομόλε | κεντρομόλα / κεντρομόλε | κεντρομόλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεντρομόλοι | κεντρομόλες / κεντρομόλοι | κεντρομόλα |
| Γενική | κεντρομόλων | κεντρομόλων | κεντρομόλων |
| Αιτιατική | κεντρομόλους | κεντρομόλες / κεντρομόλους | κεντρομόλα |
| Κλητική | κεντρομόλοι | κεντρομόλες / κεντρομόλοι | κεντρομόλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →