φυγόκεντρος
•
- φυσικήπου έχει την τάση να απομακρύνεται από το κέντρο Βικιλεξικό
- η φυγόκεντρος δύναμη
- μεταφορικάπου κινείται αντίθετα προς κάποιο κέντρο, π.χ. εξουσίας, οργάνωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυγόκεντρος < (καθαρεύουσα) < φυγό- + κέντρ(ο) + -ος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική centrifuge ) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1843 (1892 η καταγραφή του Κουμανδούδη ως μεταφραστικό δάνειο από τη νεολατινική centrifugus : Αρχικά, το 1766, ο νεολατινικός όρος είχε αποδοθεί στην καθαρεύουσα ως κεντρόφυξ (κεντρόφυγος) κατά το ελληνιστικό πρόσφυξ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγόκεντρος | φυγόκεντρη / φυγόκεντρος | φυγόκεντρο |
| Γενική | φυγόκεντρου | φυγοκέντρου / φυγόκεντρης | φυγόκεντρου |
| Αιτιατική | φυγόκεντρο | φυγόκεντρη / φυγόκεντρο | φυγόκεντρο |
| Κλητική | φυγόκεντρε | φυγόκεντρε / φυγόκεντρη | φυγόκεντρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυγόκεντροι | φυγόκεντρες / φυγόκεντροι | φυγόκεντρα |
| Γενική | φυγόκεντρων | φυγοκέντρων / φυγόκεντρων | φυγόκεντρων |
| Αιτιατική | φυγόκεντρους | φυγοκέντρους / φυγόκεντρες | φυγόκεντρα |
| Κλητική | φυγόκεντροι | φυγόκεντρες / φυγόκεντροι | φυγόκεντρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →