κεραμικός
•
- φτιαγμένος από ψημένο πηλό· πήλινος Βικιλεξικό
- Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...» (Χίλντα Παπαδημητρίου, Η συχνότητα του θανάτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- που αναφέρεται στην τέχνη της κεραμικής Βικιλεξικό
- το θηλυκό ως ουσ: Η κεραμική . Βικιλεξικό
- το ουδέτερο ως ουσ: Το κεραμικό . Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεραμικός < αρχαία ελληνική κεραμικός < κέραμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραμικός | κεραμική | κεραμικό |
| Γενική | κεραμικού | κεραμικής | κεραμικού |
| Αιτιατική | κεραμικό | κεραμική | κεραμικό |
| Κλητική | κεραμικέ | κεραμική | κεραμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεραμικοί | κεραμικές | κεραμικά |
| Γενική | κεραμικών | κεραμικών | κεραμικών |
| Αιτιατική | κεραμικούς | κεραμικές | κεραμικά |
| Κλητική | κεραμικοί | κεραμικές | κεραμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →