Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεραμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φτιαγμένος από ψημένο πηλό· πήλινος Βικιλεξικό
    • Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...» (Χίλντα Παπαδημητρίου, Η συχνότητα του θανάτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
  2. που αναφέρεται στην τέχνη της κεραμικής Βικιλεξικό
  3. το θηλυκό ως ουσ: Η κεραμική . Βικιλεξικό
  4. το ουδέτερο ως ουσ: Το κεραμικό . Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεραμικός < αρχαία ελληνική κεραμικός < κέραμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεραμικόςκεραμικήκεραμικό
Γενικήκεραμικούκεραμικήςκεραμικού
Αιτιατικήκεραμικόκεραμικήκεραμικό
Κλητικήκεραμικέκεραμικήκεραμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεραμικοίκεραμικέςκεραμικά
Γενικήκεραμικώνκεραμικώνκεραμικών
Αιτιατικήκεραμικούςκεραμικέςκεραμικά
Κλητικήκεραμικοίκεραμικέςκεραμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →