κερατώνω
•
- μοιχεύω, απατώ, απιστώ στον ερωτικό μου σύντροφο Βικιλεξικό
- Ο φίλος μου ζήτησε διαζύγιο, όταν έμαθε ότι η γυναίκα του τον κεράτωνε.
Ετυμολογία
κερατώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κερατώνω < ελληνιστική κοινή κερατόω, -ῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε κέρατ(ο) + -ώνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κερατώνω | κερατώνεις | κερατώνει | κερατώνουμε | κερατώνετε | κερατώνουν / κερατώνουνε |
| Παρατατικός | κεράτωνα | κεράτωνες | κεράτωνε | κερατώναμε | κερατώνατε | κεράτωναν / κερατώναν / κερατώνανε |
| Αόριστος | κεράτωσα | κεράτωσες | κεράτωσε | κερατώσαμε | κερατώσατε | κεράτωσαν / κερατώσαν / κερατώσανε |
| Μέλλοντας | θα κερατώνω / θα κερατώσω | θα κερατώνεις / θα κερατώσεις | θα κερατώνει / θα κερατώσει | θα κερατώνουμε / θα κερατώσουμε | θα κερατώνετε / θα κερατώσετε | θα κερατώνουν / θα κερατώνουνε / θα κερατώσουν / θα κερατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κερατώσει | έχεις κερατώσει | έχει κερατώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κερατώσει | είχες κερατώσει | είχε κερατώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κερατώσει / να κερατώνω / να κερατώσω | να έχεις κερατώσει / να κερατώνεις / να κερατώσεις | να έχει κερατώσει / να κερατώνει / να κερατώσει | να κερατώνουμε / να κερατώσουμε | να κερατώνετε / να κερατώσετε | να κερατώνουν / να κερατώνουνε / να κερατώσουν / να κερατώσουνε |
| Προστακτική | — | κεράτωνε / κεράτωσε | — | — | κερατώνετε / κερατώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κερατώθηκακερατώνομαικερατωνόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →