κερχανάς
•
- παρωχημένοεργαστήριο, κατάστημα Βικιλεξικό
- παρωχημένοοίκος ανοχής, πορνείο Βικιλεξικό
- κρητικάελαιοτριβείο Βικιλεξικό
- κρητικάχαμερπής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερχανάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική kerhane < περσική كارخانه (kārxāna, "εργοστάσιο") από كار kār, "εργασία" + خانه xāna "οίκος", "κατοικία"
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κερχανάς | κερχανάδες |
| Γενική | κερχανά | κερχανάδων |
| Αιτιατική | κερχανά | κερχανάδες |
| Κλητική | κερχανά | κερχανάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →