Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεσέμι

/ceˈse.mi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροπομεγαλόσωμος (συχνά ευνουχισμένος) τράγος ή κριάρι που οδηγεί το κοπάδι τα πρόβατα ή τα γίδια προπορευόμενος· συνηθίζεται να του κρεμούν ένα μεγάλο κουδούνι, τον κύπρο ή κυπρί Βικιλεξικό
    • Τὸ τραγάκι βέλαξε … Ὁ Γεροθανάσης τὸ ἔχει στὴν καρδιά του. Μιὰ μέρα φαίνεται πὼς θὰ τὸ κάμη κεσέμι!
    • άλλες μορφές: γκεσέμι

Ετυμολογία

κεσέμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική كوسم (kösem) (τουρκική kösem) + κατάληξη ουδετέρων -ι. Επίσης και γκεσέμι με τροπή του αρχικού k > g.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεσέμικεσέμια
Γενικήκεσεμιούκεσεμιών
Αιτιατικήκεσέμικεσέμια
Κλητικήκεσέμικεσέμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →