κεσέμι
•
- λαϊκότροπομεγαλόσωμος (συχνά ευνουχισμένος) τράγος ή κριάρι που οδηγεί το κοπάδι τα πρόβατα ή τα γίδια προπορευόμενος· συνηθίζεται να του κρεμούν ένα μεγάλο κουδούνι, τον κύπρο ή κυπρί Βικιλεξικό
- Τὸ τραγάκι βέλαξε … Ὁ Γεροθανάσης τὸ ἔχει στὴν καρδιά του. Μιὰ μέρα φαίνεται πὼς θὰ τὸ κάμη κεσέμι!
- άλλες μορφές: γκεσέμι
Ετυμολογία
κεσέμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική كوسم (kösem) (τουρκική kösem) + κατάληξη ουδετέρων -ι. Επίσης και γκεσέμι με τροπή του αρχικού k > g.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεσέμι | κεσέμια |
| Γενική | κεσεμιού | κεσεμιών |
| Αιτιατική | κεσέμι | κεσέμια |
| Κλητική | κεσέμι | κεσέμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →