κεφαλαίος
•
- που αφορά γράμματα της αλφαβήτας με πιο μεγάλο μέγεθος και σχήμα ενίοτε διαφορετικό από τα αντίστοιχα μικρά, που τίθενται στην αρχή περιόδου ή κυρίων ονομάτων Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκεφαλαίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεφαλαίος < κεφαλ(ή) + -αίος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική capitale)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεφαλαίος | κεφαλαία | κεφαλαίο |
| Γενική | κεφαλαίου | κεφαλαίας | κεφαλαίου |
| Αιτιατική | κεφαλαίο | κεφαλαία | κεφαλαίο |
| Κλητική | κεφαλαίε | κεφαλαία | κεφαλαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κεφαλαίοι | κεφαλαίες | κεφαλαία |
| Γενική | κεφαλαίων | κεφαλαίων | κεφαλαίων |
| Αιτιατική | κεφαλαίους | κεφαλαίες | κεφαλαία |
| Κλητική | κεφαλαίοι | κεφαλαίες | κεφαλαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →