Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεφαλαίο

/ce.faˈle.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραμματικήτο σύμβολο του γράμματος που έχει μεγάλο ύψος για τη μεγαλογράμματη γραφή Βικιλεξικό
    • ελληνικό αλφάβητο: 24 ελληνικά κεφαλαία γράμματα: Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ψ, Ω
    • λατινικό αλφάβητο: 26 σύγχρονα λατινικά κεφαλαία γράμματα: A, B, C, D, E, F, G, H, I, J, K, L, M, N, O, P, Q, R, S, T, U, V, W, X, Y, Z
    • κυριλλικό αλφάβητο: 33 κεφαλαία γράμματα του ρωσικού αλφαβήτου: А, Б, В, Г, Д, Е, Ё, Ж, З, И, Й, К, Л,М, Н, О, П, Р, С, Т, У, Ф, Х, Ц, Ч, Ш, Щ, Ъ, Ы, Ь, Э, Ю, Я

Ετυμολογία

κεφαλαίο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κεφαλαίος < κεφαλή, (απόδοση) γαλλική capitale

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεφαλαίοκεφαλαία
Γενικήκεφαλαίουκεφαλαίων
Αιτιατικήκεφαλαίοκεφαλαία
Κλητικήκεφαλαίοκεφαλαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κεφάλαιο

/ceˈfa.le.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεγάλη ενότητα ενός βιβλίου Βικιλεξικό
    • σύμβολο ενότητας ή παραγράφου: §
  2. μεταφορικάσημαντικό τμήμα μιας συζήτησης ή μιας ζωής Βικιλεξικό
    • Με το γάμο του άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή του.
  3. οικονομίαοποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτίρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία Βικιλεξικό
  4. οικονομίαοποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτίρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία Βικιλεξικό
    • Το κόμμα μας υποστηρίζει το λαό και όχι το μεγάλο κεφάλαιο.

Ετυμολογία

κεφάλαιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεφάλαιον < κεφαλαίος < κεφαλή :* ενότητα βιβλίου < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική chapitre :* για την οικονομία < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική capital

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκεφάλαιοκεφάλαια
Γενικήκεφάλαιου / κεφαλαίουκεφαλαίων
Αιτιατικήκεφάλαιοκεφάλαια
Κλητικήκεφάλαιοκεφάλαια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →