Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζός

/peˈzos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που κινείται με τα πόδια, σε αντίθεση με τους εποχούμενους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πεζός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεζή / πεζός / πεζόπεζές / πεζοί / πεζά
Γενικήπεζής / πεζού / πεζούπεζών / πεζών / πεζών
Αιτιατικήπεζή / πεζό / πεζόπεζές / πεζούς / πεζά
Κλητικήπεζή / πεζέ / πεζόπεζές / πεζοί / πεζά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πεζός

/peˈzos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κινείται με τα πόδια Βικιλεξικό
  2. λογοτεχνίαπου δεν είναι ποιητικός Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας Βικιλεξικό
  4. γράμμαόχι κεφαλαίο (μικρογράμματη γραφή) Βικιλεξικό
    • Κι εξώφυλλο λευκό, γλασέ, μὲ κόκκινα καὶ μαῦρα γράμματα κομψότατα - τὰ « πεζά » μάλιστα τοῦ τίτλου - καὶ μὲ τὸ θαυμάσιο, τὸ κλασικὸ ἐκεῖνο σκίτσο τοῦ Ρούμπου, τυπωμένο κι' αὐτὸ διχρωμικά. (Ο βιβλιόφιλος, τόμοι 1-5, εκδ. Βιβλιοπωλείων, σελ. 4)
  5. στρατιωτικός όροςχερσαίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πεζός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζόςπεζήπεζό
Γενικήπεζούπεζήςπεζού
Αιτιατικήπεζόπεζήπεζό
Κλητικήπεζέπεζήπεζό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζοίπεζέςπεζά
Γενικήπεζώνπεζώνπεζών
Αιτιατικήπεζούςπεζέςπεζά
Κλητικήπεζοίπεζέςπεζά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →