κεφαλόδεσμος
•
- ενδυμασίαμαντίλι (ή κορδέλα) που δένει κάποιος στο κεφάλι του για πρακτικούς ή διακοσμητικούς λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κεφαλόδεσμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κεφαλόδεσμος < αρχαία ελληνική κεφαλή, κεφαλό- + δεσμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κεφαλόδεσμος | κεφαλόδεσμοι |
| Γενική | κεφαλόδεσμου | κεφαλόδεσμων |
| Αιτιατική | κεφαλόδεσμο | κεφαλόδεσμους |
| Κλητική | κεφαλόδεσμε | κεφαλόδεσμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →