κηδεμονία
•
- η εξουσία και η ευθύνη του κηδεμόνα Βικιλεξικό
- Όταν παντρεύτηκε, σκέφτηκε, όπως μου έλεγε, πως, αλλάζοντας γειτονιά, θα χειραφετούνταν απ' την τυραννική κηδεμονία της μάνας της. (⌘ Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα, 1979 [κείμενα])
Ετυμολογία
κηδεμονία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηδεμονία < κηδεμών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κηδεμονία | κηδεμονίες |
| Γενική | κηδεμονίας | κηδεμονιών |
| Αιτιατική | κηδεμονία | κηδεμονίες |
| Κλητική | κηδεμονία | κηδεμονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →