κηδεμόνας
•
- ο φυσικός γονέας ή άλλο άτομο που, κατά το νόμο, αναλαμβάνει να φροντίζει και να επιβλέπει ένα ανήλικο ή ένα πρόσωπο χωρίς αυτεξουσιότητα, να διαχειρίζεται την περιουσία του και να έχει τη ευθύνη της εκπροσώπησής του Βικιλεξικό
- Ένας αδιόρθωτος γλεντζές είναι ταυτόχρονα κηδεμόνας της κόρης ενός φίλου του, στην οποία παρουσιάζεται σαν άνθρωπος αυστηρών αρχών (Στάθης Βαλούκος, Φιλμογραφία ελληνικού κινηματογράφου (1914-1984), Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, 1984, σελ. 103)
- μεταφορικάαυτός που αναλαμβάνει να προστατεύει κάποιον άλλο, αλλά στην πραγματικότητα του επιβάλλει τη θέλησή του Βικιλεξικό
- ιατρικήορθοπεδικό μηχάνημα που υποβοηθά την κινητική λειτουργία ή την αποκατάσταση κινητικού προβλήματος Βικιλεξικό
- Οι ενδείξεις για την χρήση του κηδεμόνα πλάτης είναι η κύφωση, η σκολίωση και σπάνια η σπονδυλολίσθηση. (Κηδεμόνες – Πρακτικές Οδηγίες για τον Κηδεμόνα, Κηδεμόνας πλάτης – Ενδείξεις, ανακτήθηκε στις 23/11/2025 https://spine-scoliosis.gr/kidemonas/)
Ετυμολογία
κηδεμόνας < αρχαία ελληνική κηδεμών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κηδεμόνας | κηδεμόνες |
| Γενική | κηδεμόνα / κηδεμόνος | κηδεμόνων |
| Αιτιατική | κηδεμόνα | κηδεμόνες |
| Κλητική | κηδεμόνα | κηδεμόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →