Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηδεμονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κηδεμόνα ή την κηδεμονία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κηδεμονικός < ελληνιστική κοινή κηδεμονικός < αρχαία ελληνική κηδεμών

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηδεμονικόςκηδεμονικήκηδεμονικό
Γενικήκηδεμονικούκηδεμονικήςκηδεμονικού
Αιτιατικήκηδεμονικόκηδεμονικήκηδεμονικό
Κλητικήκηδεμονικέκηδεμονικήκηδεμονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηδεμονικοίκηδεμονικέςκηδεμονικά
Γενικήκηδεμονικώνκηδεμονικώνκηδεμονικών
Αιτιατικήκηδεμονικούςκηδεμονικέςκηδεμονικά
Κλητικήκηδεμονικοίκηδεμονικέςκηδεμονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →