Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κηπουρικός

/ci.pu.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κηπουρό ή την κηπουρική ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκηπουρική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κηπουρικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηπουρικός < κηπουρ(ός) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηπουρικόςκηπουρικήκηπουρικό
Γενικήκηπουρικούκηπουρικήςκηπουρικού
Αιτιατικήκηπουρικόκηπουρικήκηπουρικό
Κλητικήκηπουρικέκηπουρικήκηπουρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκηπουρικοίκηπουρικέςκηπουρικά
Γενικήκηπουρικώνκηπουρικώνκηπουρικών
Αιτιατικήκηπουρικούςκηπουρικέςκηπουρικά
Κλητικήκηπουρικοίκηπουρικέςκηπουρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →