κιβδηλοποιός
•
- ο παραχαράκτης, αυτός που κατασκευάζει κίβδηλα νομίσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιβδηλοποιός < κίβδηλ(ος) + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιβδηλοποιός | κιβδηλοποιοί |
| Γενική | κιβδηλοποιού | κιβδηλοποιών |
| Αιτιατική | κιβδηλοποιό | κιβδηλοποιούς |
| Κλητική | κιβδηλοποιέ | κιβδηλοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →