κιβούρι
•
- το φέρετρο Βικιλεξικό
- ο τάφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιβούρι < μεσαιωνική ελληνική κιβούρι(ν) < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία αιγυπτιακά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιβούρι | κιβούρια |
| Γενική | κιβουριού | κιβουριών |
| Αιτιατική | κιβούρι | κιβούρια |
| Κλητική | κιβούρι | κιβούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →