κιβώριο
•
- θρησκείακατασκευή με θολωτό σχήμα που τίθεται πάνω από την Αγία Τράπεζα ενός ιερού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιβώριο < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία αιγυπτιακά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιβώριο | κιβώρια |
| Γενική | κιβωρίου / κιβώριου | κιβωρίων |
| Αιτιατική | κιβώριο | κιβώρια |
| Κλητική | κιβώριο | κιβώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →