κικινέλαιο
•
- φυτικό έλαιο που παράγεται από το τροπικό φυτό Ρίκινος ο Κοινός και το χρησιμοποιούμε σαν καθαρτικό ή στην παρασκευή σαπουνιών, λιπαντικών, βαφών, αρωμάτων κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κικινέλαιο < κίκιν(ος) + -έλαιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κικινέλαιο | κικινέλαια |
| Γενική | κικινέλαιου | κικινέλαιων |
| Αιτιατική | κικινέλαιο | κικινέλαια |
| Κλητική | κικινέλαιο | κικινέλαια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →