ρετσινόλαδο
•
- φυτικό έλαιο που παράγεται από το τροπικό φυτό Ρίκινος ο Κοινός και το χρησιμοποιούμε σαν καθαρτικό ή στην παρασκευή σαπουνιών, λιπαντικών, βαφών, αρωμάτων κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρετσινόλαδο < ρετσίνι + -ο- + λάδι + -ο ((μεταφραστικό δάνειο) (ιταλικά) olio di ricino)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρετσινόλαδο | ρετσινόλαδα |
| Γενική | ρετσινόλαδου | ρετσινόλαδων |
| Αιτιατική | ρετσινόλαδο | ρετσινόλαδα |
| Κλητική | ρετσινόλαδο | ρετσινόλαδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →