κιμάς
•
- τρόφιμοαλεσμένο ή λεπτοκομμένο κρέας, συνήθως βοδινό ή μοσχαρίσιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιμάς < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قیمه (τουρκικά kıyma) με απλοποίηση του ⟨ıy⟩ (προφορά [ɯj])^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) + -ς. Συγκρίνετε με την παρωχημένη μορφή της δημοτικής κιγιμάς, κιγμάς.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιμάς | κιμάδες |
| Γενική | κιμά | κιμάδων |
| Αιτιατική | κιμά | κιμάδες |
| Κλητική | κιμά | κιμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →