κιμπάρης
•
- λαϊκότροποάρχοντας στους τρόπους, γαλαντόμος, ευγενής, με καλούς τρόπους, πολύ καθώς πρέπει, αξιοπρεπής, που κάνει τα οφειλόμενα ακόμα κι όταν του είναι δύσκολο, εντάξει στις υποσχέσεις και υποχρεώσεις του Βικιλεξικό
- Βέρος Πειραιώτης. Γέννημα θρέμμα του μεγάλου λιμανιού. Κιμπάρης και ντόμπρος. Τζέντλεμαν και μποέμ. Αντικομφορμιστής και αυθεντικός αντιστάρ, ένας από τους πιο ωραίους τύπους της γενιάς του, άφησε νωρίς την τελευταία του πνοή. (Χρήστος Κυριαζής: Έζησε σαν γνήσιος Πειραιώτης, έφυγε πρίγκιπας, Πρώτο Θέμα, 17/11/2021 https://www.protothema.gr/life-style/article/1182784/hristos-kuriazis-ezise-san-gnisios-peiraiotis-efuge-prigipas/)
Ετυμολογία
κιμπάρης < (άμεσο δάνειο) τουρκική kibar < περσική کبار (kibār) πληθυντικός του کبیر (kabīr) < αραβική كبير (kabīr)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιμπάρης | κιμπάρηδες |
| Γενική | κιμπάρη | κιμπάρηδων |
| Αιτιατική | κιμπάρη | κιμπάρηδες |
| Κλητική | κιμπάρη | κιμπάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →