κιμπαριλίκι
•
- αρχοντιά, γαλαντομία, ευγένεια, καλοί τρόποι, καθώς πρέπει συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιμπαριλίκι < τουρκική kibarlık (αραβικής προέλευσης). Μορφολογικά αναλύεται σε κιμπάρ(ης) + -λίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιμπαριλίκι | κιμπαριλίκια |
| Γενική | κιμπαριλικιού | κιμπαριλικιών |
| Αιτιατική | κιμπαριλίκι | κιμπαριλίκια |
| Κλητική | κιμπαριλίκι | κιμπαριλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →