Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κινδυνολογώ

/cin.ði.no.loˈɣo/ρήμα
•
  1. επισημαίνω συνεχώς πιθανός πιθανούς κινδύνους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κινδυνολογώ < κινδυνο(λογία) + -λογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκινδυνολογώκινδυνολογείςκινδυνολογείκινδυνολογούμεκινδυνολογείτεκινδυνολογούν / κινδυνολογούνε
Παρατατικόςκινδυνολογούσακινδυνολογούσεςκινδυνολογούσεκινδυνολογούσαμεκινδυνολογούσατεκινδυνολογούσαν / κινδυνολογούσανε
Αόριστοςκινδυνολόγησακινδυνολόγησεςκινδυνολόγησεκινδυνολογήσαμεκινδυνολογήσατεκινδυνολογήσαν / κινδυνολογήσανε / κινδυνολόγησαν
Μέλλονταςθα κινδυνολογήσω / θα κινδυνολογώθα κινδυνολογήσεις / θα κινδυνολογείςθα κινδυνολογήσει / θα κινδυνολογείθα κινδυνολογήσουμε / θα κινδυνολογούμεθα κινδυνολογήσετε / θα κινδυνολογείτεθα κινδυνολογήσουν / θα κινδυνολογήσουνε / θα κινδυνολογούν / θα κινδυνολογούνε
Παρακείμενοςέχω κινδυνολογήσειέχεις κινδυνολογήσειέχει κινδυνολογήσειέχουμε κινδυνολογήσειέχετε κινδυνολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κινδυνολογήσειείχες κινδυνολογήσειείχε κινδυνολογήσειείχαμε κινδυνολογήσειείχατε κινδυνολογήσει—
Υποτακτικήνα έχω κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσω / να κινδυνολογώνα έχεις κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσεις / να κινδυνολογείςνα έχει κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσει / να κινδυνολογείνα έχουμε κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσουμε / να κινδυνολογούμενα έχετε κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσετε / να κινδυνολογείτενα κινδυνολογήσουν / να κινδυνολογήσουνε / να κινδυνολογούν / να κινδυνολογούνε
Προστακτική—κινδυνολόγησε——κινδυνολογήστε / κινδυνολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →