κινδυνολογώ
•
- επισημαίνω συνεχώς πιθανός πιθανούς κινδύνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινδυνολογώ < κινδυνο(λογία) + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κινδυνολογώ | κινδυνολογείς | κινδυνολογεί | κινδυνολογούμε | κινδυνολογείτε | κινδυνολογούν / κινδυνολογούνε |
| Παρατατικός | κινδυνολογούσα | κινδυνολογούσες | κινδυνολογούσε | κινδυνολογούσαμε | κινδυνολογούσατε | κινδυνολογούσαν / κινδυνολογούσανε |
| Αόριστος | κινδυνολόγησα | κινδυνολόγησες | κινδυνολόγησε | κινδυνολογήσαμε | κινδυνολογήσατε | κινδυνολογήσαν / κινδυνολογήσανε / κινδυνολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα κινδυνολογήσω / θα κινδυνολογώ | θα κινδυνολογήσεις / θα κινδυνολογείς | θα κινδυνολογήσει / θα κινδυνολογεί | θα κινδυνολογήσουμε / θα κινδυνολογούμε | θα κινδυνολογήσετε / θα κινδυνολογείτε | θα κινδυνολογήσουν / θα κινδυνολογήσουνε / θα κινδυνολογούν / θα κινδυνολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω κινδυνολογήσει | έχεις κινδυνολογήσει | έχει κινδυνολογήσει | έχουμε κινδυνολογήσει | έχετε κινδυνολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κινδυνολογήσει | είχες κινδυνολογήσει | είχε κινδυνολογήσει | είχαμε κινδυνολογήσει | είχατε κινδυνολογήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσω / να κινδυνολογώ | να έχεις κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσεις / να κινδυνολογείς | να έχει κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσει / να κινδυνολογεί | να έχουμε κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσουμε / να κινδυνολογούμε | να έχετε κινδυνολογήσει / να κινδυνολογήσετε / να κινδυνολογείτε | να κινδυνολογήσουν / να κινδυνολογήσουνε / να κινδυνολογούν / να κινδυνολογούνε |
| Προστακτική | — | κινδυνολόγησε | — | — | κινδυνολογήστε / κινδυνολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →