κινεζιστί
•
- στην κινέζικη γλώσσα, στα κινέζικα Βικιλεξικό
- κινεζοτρόπως, με κινέζικο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινεζιστί < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κινεζιστί < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →