κινησιολογία
•
- ιατρικήη μελέτη της κίνησης μελών του σώματος και η προσπάθεια θεραπείας δυσλειτουργικών κινήσεων Βικιλεξικό
- χορόςη διδασκαλία των κατάλληλων σωματικών κινήσεων, ώστε να εξυπηρετηθούν θεατρικές, κινηματογραφικές ή χορευτικές ανάγκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινησιολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική kinesiology < αρχαία ελληνική κίνησις + -logy (-λογία < λέγω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κινησιολογία | κινησιολογίες |
| Γενική | κινησιολογίας | κινησιολογιών |
| Αιτιατική | κινησιολογία | κινησιολογίες |
| Κλητική | κινησιολογία | κινησιολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →