Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κινησιολογικός

/ci.ni.si.o.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την κινησιολογία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κινησιολογικός < κινησιολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκινησιολογικόςκινησιολογικήκινησιολογικό
Γενικήκινησιολογικούκινησιολογικήςκινησιολογικού
Αιτιατικήκινησιολογικόκινησιολογικήκινησιολογικό
Κλητικήκινησιολογικέκινησιολογικήκινησιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκινησιολογικοίκινησιολογικέςκινησιολογικά
Γενικήκινησιολογικώνκινησιολογικώνκινησιολογικών
Αιτιατικήκινησιολογικούςκινησιολογικέςκινησιολογικά
Κλητικήκινησιολογικοίκινησιολογικέςκινησιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →