κινησιολογικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την κινησιολογία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινησιολογικός < κινησιολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κινησιολογικός | κινησιολογική | κινησιολογικό |
| Γενική | κινησιολογικού | κινησιολογικής | κινησιολογικού |
| Αιτιατική | κινησιολογικό | κινησιολογική | κινησιολογικό |
| Κλητική | κινησιολογικέ | κινησιολογική | κινησιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κινησιολογικοί | κινησιολογικές | κινησιολογικά |
| Γενική | κινησιολογικών | κινησιολογικών | κινησιολογικών |
| Αιτιατική | κινησιολογικούς | κινησιολογικές | κινησιολογικά |
| Κλητική | κινησιολογικοί | κινησιολογικές | κινησιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →