Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιχώρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βοτανικήη πικραλίδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιχώρι < ελληνιστική κοινή κιχώριον / κιχόριον < κίχορα / κιχόρη < (ίσως) προελληνική ή αρχαία αιγυπτιακή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκιχώρικιχώρια
Γενική——
Αιτιατικήκιχώρικιχώρια
Κλητικήκιχώρικιχώρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →