κιχώριο
•
- βοτανικήγένος φυτών της οικογένειας Αστεροειδή (Asteraceae) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιχώριο < ελληνιστική κοινή κιχώριον / κιχόριον < κίχορα / κιχόρη < (ίσως) προελληνική ή αρχαία αιγυπτιακή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιχώριο | κιχώρια |
| Γενική | κιχωρίου / κιχώριου | κιχωρίων / κιχώριων |
| Αιτιατική | κιχώριο | κιχώρια |
| Κλητική | κιχώριο | κιχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →