κλάκα
•
- ομάδα ατόμων που προσπαθεί να δημιουργήσει ψεύτικες εντυπώσεις σε δημόσιες εκδηλώσεις με επευφημίες ή αποδοκιμασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλάκα < (άμεσο δάνειο) γαλλική claque (προφορά /klak/) + -α < claquer < πρωτογερμανική *klakōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *glag- (θορυβώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλάκα | κλάκες |
| Γενική | κλάκας | — |
| Αιτιατική | κλάκα | κλάκες |
| Κλητική | κλάκα | κλάκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →