κλακαδόρος
•
- επάγγελμαάτομο που με κάποιο τρόπο πληρώνεται, για να παρίσταται σε δημόσιες εκδηλώσεις και να επευφημεί, να αποδοκιμάζει και να δημιουργεί εντυπώσεις Βικιλεξικό
- Αντ' αυτού είδαμε μια ομάδα ανθρώπων να συμπεριφέρονται ως κλακαδόροι και με πρωτοφανή μισαλλοδοξία που δεν ταιριάζει με το ήθος ενός δημοκρατικού πολίτη. (*)
Ετυμολογία
κλακαδόρος < κλάκα + -αδόρος < γαλλική claque < claquer < πρωτογερμανική *klakōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glag- (θορυβώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλακαδόρος | κλακαδόροι |
| Γενική | κλακαδόρου | κλακαδόρων |
| Αιτιατική | κλακαδόρο | κλακαδόρους |
| Κλητική | κλακαδόρε | κλακαδόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →