κλαδεύω
•
- βοτανικήκόβω τα κλαδιά από κάποιο φυτό για καλλωπισμό ή για να βοηθήσω την ανάπτυξή του Βικιλεξικό
- μεταφορικάκλοτσάω βίαια τα πόδια αντίπαλου παίκτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλαδεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κλαδεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλαδεύω | κλαδεύεις | κλαδεύει | κλαδεύουμε | κλαδεύετε | κλαδεύουν / κλαδεύουνε |
| Παρατατικός | κλάδευα | κλάδευες | κλάδευε | κλαδεύαμε | κλαδεύατε | κλάδευαν / κλαδεύαν / κλαδεύανε |
| Αόριστος | κλάδεψα | κλάδεψες | κλάδεψε | κλαδέψαμε | κλαδέψατε | κλάδεψαν / κλαδέψαν / κλαδέψανε |
| Μέλλοντας | θα κλαδέψω / θα κλαδεύω | θα κλαδέψεις / θα κλαδεύεις | θα κλαδέψει / θα κλαδεύει | θα κλαδέψουμε / θα κλαδεύουμε | θα κλαδέψετε / θα κλαδεύετε | θα κλαδέψουν / θα κλαδέψουνε / θα κλαδεύουν / θα κλαδεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλαδέψει | έχεις κλαδέψει | έχει κλαδέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλαδέψει | είχες κλαδέψει | είχε κλαδέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλαδέψει / να κλαδέψω / να κλαδεύω | να έχεις κλαδέψει / να κλαδέψεις / να κλαδεύεις | να έχει κλαδέψει / να κλαδέψει / να κλαδεύει | να κλαδέψουμε / να κλαδεύουμε | να κλαδέψετε / να κλαδεύετε | να κλαδέψουν / να κλαδέψουνε / να κλαδεύουν / να κλαδεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε κλαδεμένο / κλάδευε / κλάδεψε | — | — | κλαδέψτε / κλαδεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλαδεύτηκακλαδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →