κλαδώνω
•
- βγάζω κλαδιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλαδώνω < κλαδί + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλαδώνω | κλαδώνεις | κλαδώνει | κλαδώνουμε | κλαδώνετε | κλαδώνουν / κλαδώνουνε |
| Παρατατικός | κλάδωνα | κλάδωνες | κλάδωνε | κλαδώναμε | κλαδώνατε | κλάδωναν / κλαδώναν / κλαδώνανε |
| Αόριστος | κλάδωσα | κλάδωσες | κλάδωσε | κλαδώσαμε | κλαδώσατε | κλάδωσαν / κλαδώσαν / κλαδώσανε |
| Μέλλοντας | θα κλαδώνω / θα κλαδώσω | θα κλαδώνεις / θα κλαδώσεις | θα κλαδώνει / θα κλαδώσει | θα κλαδώνουμε / θα κλαδώσουμε | θα κλαδώνετε / θα κλαδώσετε | θα κλαδώνουν / θα κλαδώνουνε / θα κλαδώσουν / θα κλαδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλαδώσει | έχεις κλαδώσει | έχει κλαδώσει | έχουμε κλαδώσει | έχετε κλαδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλαδώσει | είχες κλαδώσει | είχε κλαδώσει | είχαμε κλαδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλαδώσει / να κλαδώνω / να κλαδώσω | να έχεις κλαδώσει / να κλαδώνεις / να κλαδώσεις | να έχει κλαδώσει / να κλαδώνει / να κλαδώσει | να έχουμε κλαδώσει / να κλαδώνουμε / να κλαδώσουμε | να έχετε κλαδώσει / να κλαδώνετε / να κλαδώσετε | να κλαδώνουν / να κλαδώνουνε / να κλαδώσουν / να κλαδώσουνε |
| Προστακτική | — | κλάδωνε / κλάδωσε | — | — | κλαδώνετε / κλαδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →