διακλαδώνω
•
- κάνω διακλάδωση / διακλαδώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακλαδώνω < δια- + κλαδώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακλαδώνω | διακλαδώνεις | διακλαδώνει | διακλαδώνουμε | διακλαδώνετε | διακλαδώνουν / διακλαδώνουνε |
| Παρατατικός | διακλάδωνα | διακλάδωνες | διακλάδωνε | διακλαδώναμε | διακλαδώνατε | διακλάδωναν / διακλαδώναν / διακλαδώνανε |
| Αόριστος | διακλάδωσα | διακλάδωσες | διακλάδωσε | διακλαδώσαμε | διακλαδώσατε | διακλάδωσαν / διακλαδώσαν / διακλαδώσανε |
| Μέλλοντας | θα διακλαδώνω / θα διακλαδώσω | θα διακλαδώνεις / θα διακλαδώσεις | θα διακλαδώνει / θα διακλαδώσει | θα διακλαδώνουμε / θα διακλαδώσουμε | θα διακλαδώνετε / θα διακλαδώσετε | θα διακλαδώνουν / θα διακλαδώνουνε / θα διακλαδώσουν / θα διακλαδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακλαδώσει | έχεις διακλαδώσει | έχει διακλαδώσει | έχουμε διακλαδώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακλαδώσει | είχες διακλαδώσει | είχε διακλαδώσει | είχαμε διακλαδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακλαδώσει / να διακλαδώνω / να διακλαδώσω | να έχεις διακλαδώσει / να διακλαδώνεις / να διακλαδώσεις | να έχει διακλαδώσει / να διακλαδώνει / να διακλαδώσει | να έχουμε διακλαδώσει / να διακλαδώνουμε / να διακλαδώσουμε | να διακλαδώνετε / να διακλαδώσετε | να διακλαδώνουν / να διακλαδώνουνε / να διακλαδώσουν / να διακλαδώσουνε |
| Προστακτική | — | διακλάδωνε / διακλάδωσε | — | — | διακλαδώνετε / διακλαδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακλαδώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →