Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλανιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποαυτός που κλάνει πολύ ή συχνά Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποδειλός, φοβιτσιάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλανιάρης < κλανιά + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλανιάρηςκλανιάρακλανιάρικο
Γενικήκλανιάρηκλανιάραςκλανιάρικου
Αιτιατικήκλανιάρηκλανιάρακλανιάρικο
Κλητικήκλανιάρηκλανιάρακλανιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλανιάρηδεςκλανιάρεςκλανιάρικα
Γενικήκλανιάρηδων—κλανιάρικων
Αιτιατικήκλανιάρηδεςκλανιάρεςκλανιάρικα
Κλητικήκλανιάρηδεςκλανιάρεςκλανιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →