κλάνω
•
- αφήνω μια κλανιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριφρονώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλάνω < αρχαία ελληνική κλάω / κλῶ (σπάζω -όπως, σπάζω αέρα), από το θέμα του αορίστου ἔ-κλασ-α
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλάνω | κλάνεις | κλάνει | κλάνουμε | κλάνετε | κλάνουν / κλάνουνε |
| Παρατατικός | έκλανα | έκλανες | έκλανε | κλάναμε | κλάνατε | έκλαναν / κλάναν / κλάνανε |
| Αόριστος | έκλασα | έκλασες | έκλασε | κλάσαμε | κλάσατε | έκλασαν / κλάσαν / κλάσανε |
| Μέλλοντας | θα κλάνω / θα κλάσω | θα κλάνεις / θα κλάσεις | θα κλάνει / θα κλάσει | θα κλάνουμε / θα κλάσουμε | θα κλάνετε / θα κλάσετε | θα κλάνουν / θα κλάνουνε / θα κλάσουν / θα κλάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλάσει | έχεις κλάσει | έχει κλάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλάσει | είχες κλάσει | είχε κλάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλάσει / να κλάνω / να κλάσω | να έχεις κλάσει / να κλάνεις / να κλάσεις | να έχει κλάσει / να κλάνει / να κλάσει | να κλάνουμε / να κλάσουμε | να κλάνετε / να κλάσετε | να κλάνουν / να κλάνουνε / να κλάσουν / να κλάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κλασμένο / κλάνε / κλάσε | — | — | κλάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →