Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαπαρχίδας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου είναι άχρηστος, ανίκανος να κάνει κάτι (κυριολεκτικά: που είναι ικανός μόνο για να παίζει με τα αρχίδια του) Βικιλεξικό
    • Εμένα, αυτό που μ’ ένοιαζε ήταν ότι θα έφευγα, κι ότι θα είχα κάτι το σίγουρο. Και ας γύρναγα σαν τσιγγάνος εδώ και εκεί κι ας είχα τον κάθε κλαπαρχίδα πάνω από το κεφάλι μου. Αργότερα, βλέποντας και κάνοντας. (Γιάννης Παπαγεωργίου, Κοτσιλιές, εκδ. 24grammata.com, Πάτρα, 2018, σελ. 12 https://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2018/02/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%9A%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CF%82-24grammata.pdf)

Ετυμολογία

κλαπαρχίδας < (ηχομιμητική λέξη) κλαπ + αρχίδια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλαπαρχίδαςκλαπαρχίδες
Γενικήκλαπαρχίδακλαπαρχίδων
Αιτιατικήκλαπαρχίδακλαπαρχίδες
Κλητικήκλαπαρχίδακλαπαρχίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →