κλασικιστικός
•
- που έχει σχέση με τον κλασικιστή ή τον κλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλασικιστικός < κλασικιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλασικιστικός | κλασικιστική | κλασικιστικό |
| Γενική | κλασικιστικού | κλασικιστικής | κλασικιστικού |
| Αιτιατική | κλασικιστικό | κλασικιστική | κλασικιστικό |
| Κλητική | κλασικιστικέ | κλασικιστική | κλασικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλασικιστικοί | κλασικιστικές | κλασικιστικά |
| Γενική | κλασικιστικών | κλασικιστικών | κλασικιστικών |
| Αιτιατική | κλασικιστικούς | κλασικιστικές | κλασικιστικά |
| Κλητική | κλασικιστικοί | κλασικιστικές | κλασικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →