Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλασικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κλασικιστή ή τον κλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλασικιστικός < κλασικιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλασικιστικόςκλασικιστικήκλασικιστικό
Γενικήκλασικιστικούκλασικιστικήςκλασικιστικού
Αιτιατικήκλασικιστικόκλασικιστικήκλασικιστικό
Κλητικήκλασικιστικέκλασικιστικήκλασικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλασικιστικοίκλασικιστικέςκλασικιστικά
Γενικήκλασικιστικώνκλασικιστικώνκλασικιστικών
Αιτιατικήκλασικιστικούςκλασικιστικέςκλασικιστικά
Κλητικήκλασικιστικοίκλασικιστικέςκλασικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →