κλασικισμός
•
- τέχνηπολιτισμικό, αισθητικό και καλλιτεχνικό ευρωπαϊκό κίνημα ή τάση που εμπνέεται από την ελληνορωμαϊκή κλασική αρχαιότητα Βικιλεξικό
- Ἄν εἴχαμε σκοπὸ ν’ ἀκολουθήσουμε καμμιὰ φιλολογικὴ σχολή, οὔτε ὁ δυσκολολόγιστος κλασικισμός, οὔτε ὁ ξεμάλλιαρος φουτουρισμός, οὔτε ὁ συμβολισμὸς ὁ στρυφνός, οὔτε ὁ ρωμαντισμὸς ὁ πολύχρωμος, οὔτε ὁ φωτογραφικὸς ρεαλισμὸς θὰ μᾶς σκλάβωναν. (Δημοσιεύτηκε χωρίς υπογραφή, αποδίδεται στον έναν εκ των ιδρυτών του περιοδικού, Δημητρό Ζαχαριάδη, Ἀφορμές, ἀντὶ γιὰ πρόγραμμα, σελ. 1-3 από το τεύχος 1 (1911) του περιοδικού «Γράμματα»)
Ετυμολογία
κλασικισμός < γαλλική classicisme < classique < λατινική classicus < classis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- (καλώ). Μορφολογικά αναλύεται σε κλασικ(ός) + -ισμός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλασικισμός | κλασικισμοί |
| Γενική | κλασικισμού | κλασικισμών |
| Αιτιατική | κλασικισμό | κλασικισμούς |
| Κλητική | κλασικισμέ | κλασικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →