Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαψουρίζω

/kla.psuˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. κλαίω γκρινιάζοντας με τρόπο μονότονο και ενοχλητικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλαψουρίζω < μεσαιωνική ελληνική κλαψουρίζω < κλαψούρα + -ίζω < κλάψα < αρχαία ελληνική κλαίω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκλαψουρίζωκλαψουρίζειςκλαψουρίζεικλαψουρίζουμεκλαψουρίζετεκλαψουρίζουν / κλαψουρίζουνε
Παρατατικόςκλαψούριζακλαψούριζεςκλαψούριζεκλαψουρίζαμεκλαψουρίζατεκλαψουρίζαν / κλαψουρίζανε / κλαψούριζαν
Αόριστοςκλαψούρισακλαψούρισεςκλαψούρισεκλαψουρίσαμεκλαψουρίσατεκλαψουρίσαν / κλαψουρίσανε / κλαψούρισαν
Μέλλονταςθα κλαψουρίζω / θα κλαψουρίσωθα κλαψουρίζεις / θα κλαψουρίσειςθα κλαψουρίζει / θα κλαψουρίσειθα κλαψουρίζουμε / θα κλαψουρίσουμεθα κλαψουρίζετε / θα κλαψουρίσετεθα κλαψουρίζουν / θα κλαψουρίζουνε / θα κλαψουρίσουν / θα κλαψουρίσουνε
Παρακείμενοςέχω κλαψουρίσειέχεις κλαψουρίσειέχει κλαψουρίσειέχουμε κλαψουρίσειέχετε κλαψουρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κλαψουρίσειείχες κλαψουρίσειείχε κλαψουρίσειείχαμε κλαψουρίσει——
Υποτακτικήνα έχω κλαψουρίσει / να κλαψουρίζω / να κλαψουρίσωνα έχεις κλαψουρίσει / να κλαψουρίζεις / να κλαψουρίσειςνα έχει κλαψουρίσει / να κλαψουρίζει / να κλαψουρίσεινα έχουμε κλαψουρίσει / να κλαψουρίζουμε / να κλαψουρίσουμενα έχετε κλαψουρίσει / να κλαψουρίζετε / να κλαψουρίσετενα κλαψουρίζουν / να κλαψουρίζουνε / να κλαψουρίσουν / να κλαψουρίσουνε
Προστακτική—κλαψούριζε / κλαψούρισε——κλαψουρίζετε / κλαψουρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →