κλαψουρίζω
•
- κλαίω γκρινιάζοντας με τρόπο μονότονο και ενοχλητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλαψουρίζω < μεσαιωνική ελληνική κλαψουρίζω < κλαψούρα + -ίζω < κλάψα < αρχαία ελληνική κλαίω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλαψουρίζω | κλαψουρίζεις | κλαψουρίζει | κλαψουρίζουμε | κλαψουρίζετε | κλαψουρίζουν / κλαψουρίζουνε |
| Παρατατικός | κλαψούριζα | κλαψούριζες | κλαψούριζε | κλαψουρίζαμε | κλαψουρίζατε | κλαψουρίζαν / κλαψουρίζανε / κλαψούριζαν |
| Αόριστος | κλαψούρισα | κλαψούρισες | κλαψούρισε | κλαψουρίσαμε | κλαψουρίσατε | κλαψουρίσαν / κλαψουρίσανε / κλαψούρισαν |
| Μέλλοντας | θα κλαψουρίζω / θα κλαψουρίσω | θα κλαψουρίζεις / θα κλαψουρίσεις | θα κλαψουρίζει / θα κλαψουρίσει | θα κλαψουρίζουμε / θα κλαψουρίσουμε | θα κλαψουρίζετε / θα κλαψουρίσετε | θα κλαψουρίζουν / θα κλαψουρίζουνε / θα κλαψουρίσουν / θα κλαψουρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλαψουρίσει | έχεις κλαψουρίσει | έχει κλαψουρίσει | έχουμε κλαψουρίσει | έχετε κλαψουρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλαψουρίσει | είχες κλαψουρίσει | είχε κλαψουρίσει | είχαμε κλαψουρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλαψουρίσει / να κλαψουρίζω / να κλαψουρίσω | να έχεις κλαψουρίσει / να κλαψουρίζεις / να κλαψουρίσεις | να έχει κλαψουρίσει / να κλαψουρίζει / να κλαψουρίσει | να έχουμε κλαψουρίσει / να κλαψουρίζουμε / να κλαψουρίσουμε | να έχετε κλαψουρίσει / να κλαψουρίζετε / να κλαψουρίσετε | να κλαψουρίζουν / να κλαψουρίζουνε / να κλαψουρίσουν / να κλαψουρίσουνε |
| Προστακτική | — | κλαψούριζε / κλαψούρισε | — | — | κλαψουρίζετε / κλαψουρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →