κλαίω
•
- τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταραχής ή πόνου (ή για άλλους λόγους, π.χ. καθάρισμα κρεμμυδιών) Βικιλεξικό
- Μου ερχόταν να κλάψω από απελπισία. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- στενοχωριέμαι Βικιλεξικό
- παθητική φωνήκλαίγομαι: παραπονιέμαι συνεχώς, ενίοτε χωρίς σοβαρό λόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλαίω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κλαίω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλαίω | κλαις | κλαίει | κλαίμε | κλαίτε | κλαίνε |
| Παρατατικός | έκλαιγα | έκλαιγες | έκλαιγε | κλαίγαμε | κλαίγατε | έκλαιγαν / κλαίγανε |
| Αόριστος | έκλαψα | έκλαψες | έκλαψε | κλάψαμε | κλάψατε | έκλαψαν / κλάψαν / κλάψανε |
| Μέλλοντας | θα κλάψω / θα κλαίω | θα κλάψεις / θα κλαις | θα κλάψει / θα κλαίει | θα κλάψουμε / θα κλαίμε | θα κλάψετε / θα κλαίτε | θα κλάψουν / θα κλάψουνε / θα κλαίνε |
| Παρακείμενος | έχω κλάψει | έχεις κλάψει | έχει κλάψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλάψει | είχες κλάψει | είχε κλάψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλάψει / να κλάψω / να κλαίω | να έχεις κλάψει / να κλάψεις / να κλαις | να έχει κλάψει / να κλάψει / να κλαίει | να κλάψουμε / να κλαίμε | να κλάψετε / να κλαίτε | να κλάψουν / να κλάψουνε / να κλαίνε |
| Προστακτική | — | κλάψε / κλαίγε | — | — | κλάψτε / κλαίγετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλαύτηκακλαίγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →