Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλεψιμαίικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου είναι προϊόν κλοπής Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκλεψιμαίικα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλεψιμαίικος < ελληνιστική κοινή κλεψιμαῖος + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλεψιμαίικοςκλεψιμαίικηκλεψιμαίικο
Γενικήκλεψιμαίικουκλεψιμαίικηςκλεψιμαίικου
Αιτιατικήκλεψιμαίικοκλεψιμαίικηκλεψιμαίικο
Κλητικήκλεψιμαίικεκλεψιμαίικηκλεψιμαίικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλεψιμαίικοικλεψιμαίικεςκλεψιμαίικα
Γενικήκλεψιμαίικωνκλεψιμαίικωνκλεψιμαίικων
Αιτιατικήκλεψιμαίικουςκλεψιμαίικεςκλεψιμαίικα
Κλητικήκλεψιμαίικοικλεψιμαίικεςκλεψιμαίικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →