κληρονομικότητα
•
- βιολογίαη μεταβίβαση κάποιων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων ή ιδιοτήτων σε κάποιον απόγονο, ως ιδιότητα κάποιου οργανισμού Βικιλεξικό
- αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςο μηχανισμός που επιτρέπει τη δημιουργία μιας κλάσης (υποκλάση) από μία άλλη κλάση (την υπερκλάση της) κληρονομόντας τις ιδιότητες (τα μέλη δεδομένων) και τις μεθόδους της Βικιλεξικό
- Πολυλεκτικοί όροι: απλή κληρονομικότητα, πολλαπλή κληρονομικότητα
Ετυμολογία
κληρονομικότητα < κληρονομικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κληρονομικότητα | κληρονομικότητες |
| Γενική | κληρονομικότητας | κληρονομικοτήτων |
| Αιτιατική | κληρονομικότητα | κληρονομικότητες |
| Κλητική | κληρονομικότητα | κληρονομικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →