κλήρος
•
- δελτίο ή άλλο αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση Βικιλεξικό
- αυτό που παίρνει κάποιος όταν κάτι μοιράζεται με κλήρωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο μερίδιο του καθενός στη ζωή, όπως το μοίρασε ο Θεός, η μοίρα του καθενός Βικιλεξικό
- τα αγροτεμάχια, κληροτεμάχια, που συνιστούν κτηματική περιουσία κάποιου Βικιλεξικό
- θρησκείατο σύνολο των ιερέων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλήρος < αρχαία ελληνική κλῆρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλήρος | κλήροι |
| Γενική | κλήρου | κλήρων |
| Αιτιατική | κλήρο | κλήρους |
| Κλητική | κλήρε | κλήροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →